«ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΣΧΕΔΙΟ» Συγκεκριμένες δεσμεύσεις στο κεφάλαιο, ακάλυπτες επιταγές στο λαό

   Η διατήρηση όλου του αντιλαϊκού μνημονιακού πλαισίου, «εμπλουτισμένου» με τις απαραίτητες προσαρμογές, είναι το βασικό χαρακτηριστικό της «μεταμνημονιακής περιόδου», όπως αποτυπώνεται στο «αναπτυξιακό σχέδιο» της κυβέρνησης. Δηλαδή, για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα η «μεταμνημονιακή κανονικότητα» θα είναι ίδια και απαράλλαχτη με τη «μνημονιακή κανονικότητα».

   Το κείμενο περιγράφει μία «ολιστική στρατηγική ανάπτυξης», δίνοντας έμφαση στους τομείς που φιλοδοξεί να «αναπτύξει» η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, με βάση και τις ιεραρχήσεις του κεφαλαίου (μεταφορές, εφοδιαστική αλυσίδα, Ενέργεια, αγρο-διατροφικά προϊόντα, μεταποίηση, ναυτιλία, φαρμακευτική βιομηχανία, Υγεία, περιβαλλοντική οικονομία, τουρισμός, πολιτισμός).

   Η τήρηση των δημοσιονομικών δεσμεύσεων (πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ) για την περίοδο 2018-2022 είναι «ένα το κρατούμενο» για να διασφαλιστεί περισσότερο χρήμα για το κεφάλαιο και τις «επενδύσεις» του, όπως και οι δεκάδες αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις, με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, που απαριθμεί το κείμενο.

Για τον κατώτατο μισθό

   Η υλοποίηση των υποσχέσεων για «αποκατάσταση» του κατώτατου μισθού και των συλλογικών διαπραγματεύσεων παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες, αφού η κυβέρνηση δηλώνει ξεκάθαρα ότι κριτήριο για τη διαμόρφωση του μισθού δεν είναι οι ανάγκες των εργαζομένων, αλλά η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου. Βέβαια, προκειμένου να ενσωματώσει τις λαϊκές αντιδράσεις, το «αναπτυξιακό σχέδιο» μοιράζει κάποιες ακάλυπτες επιταγές, ανάλογα με την πορεία της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

   «Λόγω των συνθηκών της ελληνικής οικονομίας και της αγοράς εργασίας, οι οποίες βελτιώνονται, η προσεκτική εξέταση της αύξησης του επιπέδου του κατώτατου μισθού φαίνεται επίκαιρη. Το νέο επίπεδο του κατώτατου μισθού θα καθοριστεί μέσω του πρόσφατα βελτιωμένου συστήματος, το οποίο απαιτεί μια εκτεταμένη εκτίμηση επιπτώσεων ώστε να προβλεφθούν οι αντιδράσεις των παραγόντων της αγοράς εργασίας και οι επιπτώσεις στη βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη», σημειώνεται στο κείμενο. Αυτή η «εκτίμηση επιπτώσεων» θα διεξαχθεί από «ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, μετά από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους και τους αρμόδιους φορείς υλοποίησης», ενώ οι αλλαγές στο επίπεδο του κατώτατου μισθού «θα λάβουν υπόψη τις εξελίξεις στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, καθώς και το ποσοστό συνολικής ανεργίας, το ποσοστό ανεργίας των νέων και τα ισχύοντα μισθολογικά επίπεδα».

   Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν δεσμεύεται επί της ουσίας για την αύξηση του κατώτατου μισθού, ούτε αναφέρει πουθενά ότι θα καταργήσει τον υποκατώτατο μισθό. Αντιθέτως, οι όποιες αλλαγές θα γίνουν «σύμφωνα με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο» που προβλέπει ότι το ύψος του κατώτατου μισθού καθορίζεται με απόφαση της κυβέρνησης, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των κεφαλαιοκρατών για αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας.

   Για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις η κυβέρνηση αναλώνεται σε ένα ευχολόγιο ότι «με τη λήξη του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής θα αποκατασταθούν δύο θεμελιώδεις αρχές: Η αρχή της επεκτασιμότητας και η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης», υποστηρίζοντας ότι η αναζωογόνηση αυτών των αρχών «θα ενισχύσει την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα του κοινωνικού διαλόγου», «θα προωθήσει τον υγιή ανταγωνισμό σε όλους τους οικονομικούς τομείς».

Για τις συντάξεις

   Από τις εκτιμήσεις για την πορεία των συντάξεων προκύπτει ότι οι περικοπές θα συνεχιστούν όχι μόνο το 2019, αλλά και τα επόμενα χρόνια. Συγκεκριμένα, «μαζί με τη συμπληρωματική νομοθεσία, οι εξοικονομήσεις πόρων αναμένεται να φτάσουν το 2,8% του ΑΕΠ έως το 2020 και να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη οικονομική βιωσιμότητα».

   Παράλληλα, «οι δαπάνες για τις συντάξεις αναμένεται να μειωθούν από 17,3% του ΑΕΠ το 2016 σε 13,4% έως το 2020 και σε 12,9% το 2040 -λαμβάνοντας υπόψη και την αύξηση του ΑΕΠ- σε σύγκριση με το 13% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Από το 2025 και μετά, η κρατική χρηματοδότηση θα καλύπτει μόνο την εθνική σύνταξη (4,8% του ΑΕΠ) και δεν θα είναι απαραίτητη πρόσθετη χρηματοδότηση, δεδομένου ότι το έλλειμμα θα έχει εξαλειφθεί».

Για τη φορολογική πολιτική.

   Υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα δίνει η κυβέρνηση στα λαϊκά στρώματα και στο ζήτημα της φορολογικής πολιτικής. Μάλιστα, ξεκαθαρίζει ότι οι όποιες αλλαγές θα έχουν ως γνώμονα τη διευκόλυνση των επιχειρηματικών ομίλων.

   «Η φορολογική πολιτική θα συμβάλει στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων και στην αύξηση της παραγωγικότητας μέσω της σταδιακής μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για την εργασία, καθώς και μέσω της καθιέρωσης σταθερού φορολογικού καθεστώτος για την ενίσχυση των ξένων και των εγχώριων επενδύσεων», αναφέρεται στο «αναπτυξιακό σχέδιο».

   Όλα αυτά, βέβαια, «υπό τον όρο ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι επαρκή για τη χρηματοδότηση τέτοιων μέτρων».

   Έτσι, ως «βασικός στόχος» τίθεται η «σταδιακή μείωση» του φορολογικού συντελεστή των επιχειρήσεων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους. Τις νέες φοροαπαλλαγές που θα δοθούν στο κεφάλαιο θα τις πληρώσει ο λαός «με την πλήρη εφαρμογή νομοθετικών μεταρρυθμίσεων και την υιοθέτηση νέων εργαλείων για την αντιμετώπιση της φοροαποφυγής», όπως η μείωση του αφορολόγητου ορίου, η αξιοποίηση του περιουσιολογίου, κλπ. Επιπλέον, θα γίνει «προσαρμογή» του ΕΝΦΙΑ μέσω της αλλαγής των αντικειμενικών αλλαγών η οποία «θα καταστήσει βιώσιμα μακροπρόθεσμα» έσοδα 2,6 δισ. ευρώ.

   Το «αναπτυξιακό σχέδιο» περιλαμβάνει και δεσμεύσεις για τη συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων (ΔΕΗ, ΕΥΑΘ, ΕΥΔΑΠ κλπ.).