Το ΠΕΔΥ της πόλης μας αναφέρεται σε πληθυσμό που ξεπερνά τις 100 χιλιαδες κατοίκους και σήμερα είναι σχεδόν ένα νεκρό κουφάρι.
Η κατάσταση αποτυπώνεται ως εξής:
Καρδιολόγοι από 7 σήμερα 1
Παιδίατροι από 6 τώρα 1
Ακτινολόγος 1
Χειρούργοι από 2 τώρα 1
Πνευμονολόγοι 2
Γενικής ιατρικής 1
Παθολόγος 1 – υποδέχεται ασθενείς μόνο δύο φορές την εβδομάδα.
Οδοντίατρος 1
Ψυχολόγος 1
Γυναικολόγος 1
Δερματολόγοι 2
Αλλεργιολόγος 1
Οφθαλμίατροι 2
Ορθοπεδικοί 3
Ρευματολόγος 1
Ενδοκρινολόγος 1
Και 1 Μικροβιολόγος με 3 ακόμα εργαζόμενους στα εργαστήρια.
Γιατί άραγε διαιωνίζεται αυτή η κατάσταση;
Σε αυτό το ερώτημα επιχείρησε να απαντήσει η Λαϊκή Συσπείρωση στο Δημοτικό Συμβούλιο με την παρακάτω εισήγηση, ζητώντας παράλληλα από το Δ.Σ να ορίσει μια ημέρα πανηλιουπολίτικης δράσης όλων των φορέων της πόλης για το ζήτημα και μαζική παράσταση στο Υπουργείο Υγείας.
Στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου φάνηκε η συντονισμένη προσπάθεια των δημοτικών συμβούλων του ΣΥΡΙΖΑ να απαξιωθεί η συζήτηση και να αποκοπεί η τραγική κατάσταση του ΠΕΔΥ από τις συνολικότερες αντιδραστικές αντιλαϊκές εξελίξεις που διαμορφώνονται στην υγεία, με ευθύνη διαδοχικά των κυβερνήσεων και της σημερινής ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, των κατευθύνσεων της ΕΕ, του ΟΟΣΑ. Μια αντιλαϊκή επίθεση στην υγεία που σήμερα έχει απογειωθεί με βάση την υποχρηματοδότηση από το κράτος και την παραπέρα προώθηση της επιχειρηματικότητας σε υγεία και Φάρμακο.
Με το λαό να πληρώνει από την τσέπη και τα ταμεία και το κράτος από τη μια σταθερά να μειώνει την χρηματοδότηση τους για τον λαό και τα παιδιά του και από την άλλη να κάνει πλάτες πχ στους φαρμακοβιομήχανους, με φοροαπαλλαγές, επιδοτήσεις και φυσικά μεγάλα κρατικά πακέτα προμήθειας φαρμακευτικού υλικού κλπ.
Σε δεύτερο επίπεδο ξεχώρισε για την συντριπτική πλειοψηφία των δημοτικών παρατάξεων η αντιδραστική αντίληψη ότι δήθεν η επιχειρηματικότητα στην υγεία μπορεί να συνταιριάζει με το δημόσιο δωρεάν σύστημα υγείας και το μόνο πρόβλημα είναι η καλύτερη διαχείριση της σπατάλης, ένα νοικοκύρεμα. Για δε το ΠΕΔΥ της πόλης που είναι σήμερα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας αυτό που μένει να γίνει «με τις διασυνδέσεις που καθένας έχει» όπως χαρακτηριστικά είπε η κ. Πίκουλα είναι να ζητήσουμε να στελεχωθεί!!
Αυτές τις ημέρες παρακολουθούμε ότι η παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ στο δημοτικό συμβούλιο διοργανώνει συζήτηση για την παρουσία του αρμόδιου υπουργού για την υγεία και τις λεγόμενες ΤΟΜΥ που προωθεί η κυβέρνηση στις γειτονιές. Προκαλέσαμε απ’ ότι φαίνεται αναστάτωση στα τοπικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και βγαίνουν να μας πείσουν ότι το πάντρεμα αλλά ΣΥΡΙΖΑ, των δημόσιων δομών υγείας με τα ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα είναι τάχα η απάντηση στο ζήτημα της υγείας ως δικαίωμα που ο λαός μας να αναζητάει πρόληψη και φροντίδα υγείας, να πληρώνει ακριβά για χρόνια και ποτέ να μην έχει….
Η εισήγηση των κομμουνιστών δημοτικών συμβούλων στο ΔΣ
Οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού για την Υγεία έχουν στην κυριολεξία κατακρεουργηθεί από 23 δισ. ευρώ το 2009 σε 8,4 δισ. ευρώ το 2015, αντιπροσωπεύοντας μόλις το 4,3% του ΑΕΠ, που και με τα αστικά όρια είναι κάτω από «το όριο ασφαλείας ενός συστήματος Υγείας», το οποίο υπολογίζεται στο 6% του ΑΕΠ και από το μέσο ευρωπαϊκό όρο (7% του ΑΕΠ).
Για τον ΕΟΠΥΥ.
Η κρατική επιχορήγηση προς τον ΕΟΠΥΥ είναι μειωμένη κατά 200 εκατ. ευρώ, δηλαδή κατά 38% σε σχέση με το 2016.
Τo μεγάλο μέρος από τα έσοδα του ΕΟΠΥΥ προέρχεται από τις αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές για την υγειονομική περίθαλψη, στις κύριες συντάξεις (από 4% σε 6%) και την επιβολή ασφαλιστικών εισφορών 6% στις επικουρικές, έτσι όπως θεσμοθετήθηκαν με το Ν. 4334/2015.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ασφαλιστικές εισφορές αντιπροσωπεύουν το 82,3% των εσόδων του ΕΟΠΥΥ (πέρυσι ήταν 79,2%), ενώ οι μεταβιβάσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό μόλις το 6,2% των εσόδων (πέρυσι ήταν 9,4%).
Δηλαδή, από τη μία συνεχίζεται η πολιτική της ραγδαίας κρατικής υποχρηματοδότησης και από την άλλη αυξάνονται οι πληρωμές από τις τσέπες των εργαζομένων και των συνταξιούχων για το 2017, επιπλέον απ’ τις εισφορές του 6% που επιβλήθηκαν πέρσι σε τακτικές και επικουρικές συντάξεις.
Tο ποσό που αναμένεται να αποδοθεί από τις εισφορές στις κύριες και επικουρικές συντάξεις ανέρχεται στα 717 εκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή θα «αρπαχτούν» από τις τσέπες των συνταξιούχων 717 εκατομμύρια ευρώ.
H φαρμακευτική δαπάνη προϋπολογίζεται στα 2.270 εκατομμύρια ευρώ, μειωμένη κατά 230 εκατομμύρια ευρώ σε σχέση με το 2016 (που είναι 2.500 εκατομμύρια ευρώ). Αυτό έχει ως συνέπεια οι ασθενείς να βάζουν όλο και πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη για να αγοράσουν φάρμακα, υγειονομικό υλικό κ.ά.
Είναι ενδεικτικό ότι την τελευταία 6ετία οι συνεχείς και δραστικές μειώσεις στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη (από 5,2 δισ. ευρώ το 2009 στα 1,9 δισ. ευρώ το 2015) οδήγησαν στην εκτόξευση της μεσοσταθμικής συμμετοχής των ασφαλισμένων από το 9% (2009) στο 30% (2015).
Δηλαδή, κράτος και ασφαλιστικά ταμεία πλήρωσαν κατά 57,7% λιγότερα, ενώ οι ασφαλισμένοι πλήρωσαν ως συμμετοχή κατά 43,1% περισσότερα όχι για όλα τα φάρμακα, αλλά μόνο γι’ αυτά που αποζημιώνει ο ΕΟΠΥΥ. Το ποσοστό αυτό είναι πολύ παραπάνω αν ληφθεί υπόψη ο αυξανόμενος αριθμός των Μη Συνταγογραφούμενων Φαρμάκων και των φαρμάκων της «αρνητικής λίστας», τα οποία δεν αποζημιώνονται από τον ΕΟΠΥΥ και πληρώνονται εξολοκλήρου από τους ασθενείς.
Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολιτικής για τη μείωση του λεγόμενου «μη μισθολογικού κόστους», που στοχεύει στην τόνωση της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλίων, με εργαζόμενους που θα «στοιχίζουν» ακόμα πιο φθηνά σε κράτος κι επιχειρηματίες.
Η κυβέρνηση, χρησιμοποιεί τα ίδια επιχειρήματα και τα ίδια «εργαλεία» με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, προκειμένου να συσκοτίσει την αντιλαϊκή της πολιτική, που και σε αυτόν τον τομέα αποτελεί υλοποίηση των κατευθύνσεων της ΕΕ. Αυτές οι κατευθύνσεις στον κρατικό προϋπολογισμό ως πολιτική της κυβέρνησης και για το επόμενο διάστημα και δηλώνει την παραπέρα επιδείνωση των παροχών προς το λαό, νέες περικοπές στην υγεία.
Γι’ αυτό προβάλλεται η επέκταση της εφαρμογής των λεγόμενων θεραπευτικών, διαγνωστικών και φαρμακευτικών «πρωτοκόλλων», τα οποία αποτελούν τα εργαλεία επιβολής και ελέγχου αυτών των περικοπών. Μια τέτοια πολιτική προπαγανδίζει, ζυμώνει, προλειαίνει το έδαφος της αποδοχής της το δίκτυο Πόλεων για την Υγεία το οποίο στηρίζει η δημοτική αρχή.
Την ίδια στιγμή, αυξάνει ο αριθμός αυτών που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα και στερούνται τα απαραίτητα για την υγεία και τη ζωή τους φάρμακα. Το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι ενέταξε στο δημόσιο σύστημα υγείας είναι τρύπιο τάλιρο… αφού ο άνεργος, ο απόκληρος αυτής της αντιλαϊκής πολιτικής συμμετέχει στο φάρμακο με τους όρους και τις προϋποθέσεις του ασφαλισμένου… Εξ ου και τα λεγόμενα κοινωνικά φαρμακεία παραμένουν επί σκηνής.
Το πρόβλημα είναι ακόμα πιο οξυμένο για τους χρόνιους ασθενείς και τους πάσχοντες από σοβαρές ασθένειες. Είναι ενδεικτικό ότι οι ασθενείς που αναγκάστηκαν να κόψουν τα φάρμακά τους – για την υψηλή χοληστερόλη – αυξήθηκαν από 13% (το 2014) σε 16,5% (το 2015) λόγω του υψηλού κόστους συμμετοχής στη φαρμακευτική δαπάνη (σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Συνέδριο Κλινικής Καρδιολογίας.
Για το ΠΕΔΥ
Η χρηματοδότηση των μονάδων ΠΕΔΥ από τον κρατικό προϋπολογισμό είναι φέτος μειωμένη κατά 7 εκατομμύρια ευρώ (από 129 εκατ. ευρώ το 2016 σε 122 εκατ. ευρώ το 2017).
Οι δαπάνες προσωπικού για το ΠΕΔΥ είναι μειωμένες κατά 6 εκατομμύρια ευρώ (από 48 εκατ. ευρώ το 2016 σε 42 εκατ. ευρώ το 2017).
Δηλαδή, την ώρα που τα Κέντρα Υγείας «στενάζουν» υπό το βάρος των τεράστιων ελλείψεων σε γιατρούς και λοιπό προσωπικό, αντιδραστήρια κλπ, η κυβέρνηση μειώνει κι άλλο τα κονδύλια για τη χρηματοδότησή τους.
Αυτό οδηγεί σε απόλυτη επιδείνωση της ήδη άσχημης κατάστασης των μονάδων του ΠΕΔΥ και κατά συνέπεια στη χειροτέρευση των όρων παροχής Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης στο λαό.
Την ίδια στιγμή, τα ίδια έσοδα των μονάδων ΠΕΔΥ (δηλαδή οι απευθείας πληρωμές των ασθενών) είναι αυξημένα κατά 1 εκατομμύρια ευρώ, από 20 εκατομμύρια ευρώ το 2016 σε 21 εκατομμύρια ευρώ το 2017. Είναι οι επισκέψεις έκτος λίστας και το 10ευρω της συνταγογράφησης, το 20ευρω και βαλε της ιατρικής επίσκεψης γιατί το ιατρικό ραντεβού τραβάει μήνες στο ΠΕΔΥ – στα ιατρεία των νοσοκομείων.
Από τα παραπάνω σηματοδοτείται τι επιδιώκει η κυβέρνηση με τη λεγόμενη μεταρρύθμιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) με τους οικογενειακούς γιατρούς στις γειτονιές που προωθεί.
Οι ίδιες οι διατάξεις του νομοσχεδίου επιβεβαιώνουν ότι η «μεταρρύθμιση» που προωθείται, υποβαθμίζει ακόμα παραπέρα τη δημόσια Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ), με τη δημιουργία υποβαθμισμένων και υποστελεχωμένων μονάδων ΠΦΥ, με εργαζόμενους ορισμένου χρόνου, με δίχρονες συμβάσεις εργασίας, με υποτυπώδη και ανεπαρκή διαγνωστικά εργαστήρια και με κάλυψη που θα φθάνει μόλις στο 30% του πληθυσμού.
Πρόκειται για μεταρρύθμιση που οργανώνει ένα «φτηνό» συνονθύλευμα δημόσιων και ιδιωτικών «σημείων» παροχής ορισμένων υπηρεσιών ΠΦΥ, όπου οι λαϊκές οικογένειες θα εξαναγκάζονται να πληρώνουν ακόμα περισσότερα για τις ανάγκες τους στους επιχειρηματίες της Υγείας.
— Το πρώτο επίπεδο του πλαισίου λειτουργίας της ΠΦΥ θα απαρτίζεται από τις Τοπικές Μονάδες Υγείας (ΤΟΜΥ), οι οποίες ενώ θα έχουν στην ευθύνη τους έναν αρκετά μεγάλο αριθμό πληθυσμού (10.000 – 12.000 κατοίκους), θα έχουν ως ελάχιστη σύνθεση μόνο 1 γιατρό (γενικό γιατρό ή παθολόγο ή παιδίατρο), 1 νοσηλευτή ή επισκέπτη υγείας και 1 διοικητικό υπάλληλο.
Σύμφωνα με τις κυβερνητικές εξαγγελίες, οι ΤΟΜΥ θα φτάσουν τις 239 σε 65 αστικά κέντρα και θα στελεχωθούν με 3.000 άτομα (περίπου 1.300 γιατροί και περίπου 1.500 νοσηλευτές, επισκέπτες υγείας και διοικητικό προσωπικό), με «προσλήψεις» μέσω ΑΣΕΠ (με διετείς συμβάσεις και δυνατότητα ανανέωσης για δύο επιπλέον χρόνια). Πέρα από το γεγονός ότι οι μονάδες αυτές είναι υποβαθμισμένες και υποστελεχωμένες, προβλέπεται να καλύπτουν μόλις το 30% του πληθυσμού. Τα πρώτα 4 χρόνια το πρόγραμμα θα χρηματοδοτηθεί από το ΕΣΠΑ, ενώ για τη συνέχεια ο υπουργός παρέπεμψε στην «εξοικονόμηση πόρων» από τη μείωση των επισκέψεων στα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων και σε ειδικούς γιατρούς.
Επιβεβαιώνει, δηλαδή, ότι η χρηματοδότηση ακόμα και αυτών των υποστελεχωμένων και ανεπαρκών μονάδων δεν πρόκειται να προέλθει από αύξηση της κρατικής δαπάνης άλλα από το κρησάρισμα των ασθενών.
Η προσωρινή χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ και η ήδη θεσμοθετημένη χρηματοδότηση των μονάδων ΠΦΥ για την πρόσληψη προσωπικού, αγορά υγειονομικού υλικού κλπ, σηματοδοτούν την προοπτική μεταφοράς της δαπάνης στο λαό με άμεσο (απευθείας πληρωμές) και έμμεσο τρόπο (φορολογία).
— Το δεύτερο επίπεδο αφορά στα Κέντρα Υγείας (ΚΥ). Σε ΚΥ μετονομάζονται τα σημερινά Κέντρα Υγείας Αστικού Τύπου και οι Μονάδες Υγείας του ΠΕΔΥ. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση αλλάζει την ταμπέλα στις σημερινές μονάδες Υγείας του ΠΕΔΥ και τις βαφτίζει Κέντρα Υγείας. Για το αν θα παραπεμφθούν οι ασθενείς σε αυτά, θα αποφασίζουν οι οικογενειακοί γιατροί (εντάσσονται στις ΤΟΜΥ). Δηλαδή επισημοποιείται ο «κόφτης» των ασθενών προκειμένου να μη «στοιχίζουν» στο δημόσιο σύστημα, κάτι που θα αποτελεί και ένα από τα κριτήρια αξιολόγησης των επιδόσεων των γιατρών και της ανανέωσης της σύμβασής τους.
Όλο το προηγούμενο διάστημα η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα άλλο από το να προπαγανδίζει το «νοικοκύρεμα», τον «εξορθολογισμό», το χτύπημα της «σπατάλης» – όπως ακριβώς έκαναν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις – ενοχοποιώντας για τα χάλια του δημόσιου συστήματος Υγείας, τις υποτυπώδεις παροχές προς το λαό, για να πέσουν στα «μαλακά» οι συνεχείς περικοπές.
Είναι ενδεικτικό ότι στο νομοσχέδιο την τραγική έλλειψη σε γυναικολόγους στην ΠΦΥ την «υποκαθιστά» με την ανάθεση στον κλάδο των μαιών να συνταγογραφούν τις εξετάσεις της κύησης και το τεστ Παπανικολάου, παρουσιάζοντάς το ως «αναβάθμιση» των μαιευτικών υπηρεσιών.
Στα Κέντρα Υγείας θα προσέρχονται επίσης «έκτακτα και επείγοντα περιστατικά», αρκεί να αρρωσταίνουν πριν τις 9 το βράδυ, αφού μετά θα κλείνουν!!!
Οι γιατροί που υπηρετούν με σχέση εργασίας πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στα Κέντρα Υγείας μπορούν μετά από αίτησή τους να συμμετέχουν στην τακτική λειτουργία, πρωινή και απογευματινή, του αντίστοιχου με την ειδικότητά τους τμήματος του νοσοκομείου αναφοράς καθώς και στο πρόγραμμα εφημεριών. Δηλαδή, η κυβέρνηση και με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να «μπαλώσει» τα τεράστια κενά των δημόσιων νοσοκομείων. Υπενθυμίζουμε ότι μόνο οι γιατροί των ΚΥ και των μονάδων του ΠΕΔΥ μειώθηκαν κατά 5.000 μεταξύ 2012 και 2014.
Σε αυτό το ορίζοντα της επίθεσης κρίνουμε και καταγελούμε ως αντιδραστικές τις θέσεις της πλειοψηφίας της ΚΕΔΕ και της δημοτικής αρχής που προβάλουν το αίτημα να περάσει η ευθύνη της ΠΦΥ στην τοπική διοίκηση. Αυτή η θέση συνεπικουρεί την συνολική προσπάθεια διαδοχικά κυβερνήσεων και κράτους για την περιστολή των δαπανών για την υγεία, την παραπέρα υποβάθμιση της, τορπιλίζει την καθολικότητα, τον ενιαίο δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της υγείας, εμπορευματοποιεί την υγεία, συνεπικουρεί το οικοδόμημα ενός συστήματος υγείας ως ένα συνονθύλευμα δημόσιων και ιδιωτικών παροχών υγείας, υποβαθμισμένων και ακριβά πληρωμένων από την τσέπη των ασθενών και από τα ταμεία.
Η τοπική διοίκηση μπορεί να έχει θετικό ρόλο στην ανάδειξη των ζητημάτων της υγείας ως δικαίωμα του λαού, της νεολαίας, του παιδιού, της οικογενείας, των αναγκών σε πρόληψη, των επαγγελματικών ασθενειών και των κίνδυνων, στην διεκδίκηση τους να εντάσσονται ως ανάγκες αντιμετώπισης και εξέλιξης του δημόσιο συστήματος υγείας.

