Πριν καλά – καλά ξεκινήσει επίσημα η προεκλογική περίοδος, αποκτά χαρακτηριστικά καλλιστείων. Μέτρο των κριτών (ΣΕΒ κ.λπ.) για τη βαθμολογία, η αντιστοίχιση των προγραμμάτων των αστικών πολιτικών κομμάτων στα μέτρα των μνημονίων 1, 2 και 3. Κι εκεί που όλοι, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, εμφανίζονταν αντιμνημονιακοί, όσο περνούν οι μέρες, τόσο περισσότερο διαγωνίζονται για την ιδιοκτησία των μνημονίων. Το μέτρο το προσδιόρισε με ακρίβεια ο ΣΕΒ στο τελευταίο εβδομαδιαίο δελτίο του, όπου επί λέξει σημειώνει: «Το ζητούμενο πλέον είναι η κυβέρνηση που θα προκύψει να στοιχηθεί πλήρως πίσω από τις επιδιώξεις του συμφωνηθέντος προγράμματος προσαρμογής και να το εφαρμόσει έγκαιρα και αποτελεσματικά, καθώς αυτή είναι όντως η τελευταία προσπάθεια ανόρθωσης της ελληνικής οικονομίας».
Μπροστά στα μάτια των εργαζομένων, των λαϊκών δυνάμεων, παρουσιάζεται πλέον η πολιτική του κεφαλαίου, έτσι όπως κωδικοποιείται στα μνημόνια, σαν η κολυμβήθρα του Σιλωάμ, μέσα στην οποία μπορούν να ξεπλυθούν οι μέχρι τώρα εφαρμοσμένες αντιλαϊκές πολιτικές των αστικών κομμάτων. Είναι κι αυτό μια σημαντική συνεισφορά του ΣΥΡΙΖΑ στο αστικό πολιτικό σύστημα. Δυνάμεις καταδικασμένες στη λαϊκή συνείδηση για τα μνημόνια 1 και 2 (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ μαζί με τα ρετάλια – εφεδρείες που συγκρότησαν το Ποτάμι) να δηλώνουν ευθαρσώς ότι δικαιώθηκε η πολιτική τους από το μνημόνιο 3 του όλου ΣΥΡΙΖΑ. Κι από τη σκοπιά των συμφερόντων της αστικής τάξης, δεν έχουν άδικο.
Μικρό παράδειγμα από το Ασφαλιστικό: Ο τελευταίος υπουργός Εργασίας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, στη συνάντησή του με το ΠΑΜΕ, παρουσιάζοντας «τις σκέψεις του», μίλησε για διαχωρισμό της σύνταξης σε δύο τμήματα: Το πρώτο τμήμα θα είναι αντίστοιχο του ορίου φτώχειας (ορίζεται ως το 60% του εθνικού μέσου εισοδήματος) και θα χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τη φορολογία μέσω του κρατικού προϋπολογισμού (στην πράξη θα χρηματοδοτείται από τη φορολεηλασία των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων). Το άλλο τμήμα θα χρηματοδοτείται από τις εισφορές που εισπράττουν τα ασφαλιστικά ταμεία και θα λειτουργεί ανταποδοτικά (κι εδώ το λογαριασμό τον πληρώνουν οι εργαζόμενοι).


Ενα από τα όπλα για τα οποία δηλώνει περήφανη η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, είναι και ο «κοινωνικός διάλογος». Τίποτα φρέσκο. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 μέχρι και σήμερα, ο «κοινωνικός διάλογος» αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία στα χέρια όλων των αστικών κυβερνήσεων και των βιομηχάνων, προκειμένου να εγκλωβίσουν τους εργαζόμενους, να καθυστερήσουν ή να αποτρέψουν αγώνες, να αλλοιώσουν το ταξικό τους περιεχόμενο και τελικά να επιβάλουν τα αντιδραστικά τους μέτρα. Ο πρώτος «κοινωνικός διάλογος» του 1997 κατέληξε στο περίφημο «Σύμφωνο Εμπιστοσύνης προς το 2000», που χάραζε τη γραμμή πλεύσης για τα αντεργατικά μέτρα που έρχονταν, με οδυνηρές επιπτώσεις στο 8ωρο, στους μισθούς, στις εργασιακές σχέσεις γενικότερα και τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, στην πλήρη απασχόληση. Ως αποτέλεσμα εκείνου του «διαλόγου», το 1998 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πέρασε το νόμο 2639, με τον οποίο θεσμοθέτησε την εκ περιτροπής εργασία και τα stage. Ακολούθησε ο «διάλογος» για το λεγόμενο «μίνι» Ασφαλιστικό, που οδήγησε σε ανατροπές στα ασφαλιστικά δικαιώματα με το νόμο 2676/99, που, μεταξύ άλλων, ενίσχυσε την παράδοση των αποθεματικών των Ταμείων στο χρηματιστηριακό τζόγο. Με «διάλογο» έγινε και ο νόμος 2874/2000, που ενίσχυσε τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, τη μερική απασχόληση, μείωσε τις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές, αύξησε τα όρια των ομαδικών απολύσεων. Την άνοιξη του 2001, η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ γνωστοποίησε τις αντιασφαλιστικές της διαθέσεις μέσω του γνωστού σχεδίου Γιαννίτση, που τελικά έγιναν ο γνωστός «νόμος Ρέππα», για τον οποίο ο τότε πρόεδρος της ΝΔ, Κ. Καραμανλής, δήλωσε στη Βουλή ότι όταν βγει κυβέρνηση δεν πρόκειται να ακυρώσει το νόμο, όπως και έκανε. Η πορεία από τότε μέχρι σήμερα είναι «το ‘να χέρι νίβει τ’ άλλο» και τα δυο μαζί βαράνε την εργατική τάξη.